-INTENSIV


1) diverse Umschreibungen:

• bewässerungs- und kapitalintensive Agrarprojekte [wörtl.: Agrarprojekte, die intensive Bewässerung und großes/hohes Kapital benötigen]  °  αγροτικά προγράμματα που χρειάζονται εντατική άρδευση και μεγάλα κεφάλαια     [DF+GF aus: Ditfurth: Lwg]

• ihre Pflanzungen [sc. ihre Anbaumethoden] waren extrem arbeitsintensiv [wörtl.: ihre Pflanzungen erforderten eine besonders hohe Zahl von Arbeitskräften]  °  οι καλλιέργειές τους απαιτούσαν ιδιαίτερα υψηλό αριθμό εργατών


2) Konstruktion a) mit "με (μεγάλη) ένταση" + Genitiv (des intensiven Faktors) 

[bzw.] b) mit "έντασης" + Genitiv (des intensiven Faktors):

[sämtliche nachfolgende Beispiele: DF+GF aus: Lafontaine/Müller: Globalisierung]

• arbeitsintensive Produktionen [sc. Pro­duk­tions­zweige (Branchen) der Wirtschaft]

παραγωγές με ένταση εργασίας

• in dem arbeitsintensiven [iS von: viele Ar­beitskräfte benötigenden] [Wirt­schafts‑]Be­reich der Forschung und Entwicklung

στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, τομέα με μεγάλη ένταση εργασίας

• bei [= in] einzelnen arbeitsintensiven [iS von: viele Arbeitskräfte benötigenden] [In­dustrie-]Branchen [zB. Textil- und Leder­industrie]

σε ορισμένους κλάδους έντασης εργασίας

• im Welthandel [= im internationalen Han­del] mit forschungsintensiven Waren

στο διεθνές εμπόριο αγαθών έντασης έρευνας

• Welthandelsanteile [= Anteile am inter­na­tionalen Handel] der OECD-Länder bei FuE‑intensiven [= forschungs- und ent­wick­lungsintensiven] Waren [zB.: Japan: 21%, USA: 19% usw.]

μερίδια των χωρών του ΟΟΣΑ στο διεθνές εμπόριο αγαθών με ένταση έρευνας και τεχνολογίας

• Unternehmen […], die material- und ener­gie­intensiv [sc. mit hohem Material- und Energieverbrauch] pro­duzieren

επιχειρήσεις που παράγουν με μεγάλη ένταση υλικού και ενέργειας

• hochqualifizierte Tätigkeiten in wissens­intensiven Technologien

εργασίες που σχετίζονται με τεχνολογίες έντασης γνώσης και απαιτούν υψηλή ειδίκευση


Weitere Wörter: