πολίτικος, -η, -ο

       [Anm.: πολίτικος, -η, -ο ist zu unterscheiden von πολιτικός, -ή, -ό !]


=  που προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη, που ανήκει ή που αναφέρεται σ’ αυτήν [ΛΚΝ]  //  αυτός [-ή, -ό] που προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη (Πόλη) ή σχετίζεται με την πόλη, τους κατοίκους και τις παραδόσεις τους [ΛΜΠ]

π.χ.:

• πολίτικη κουζίνα   [ΛΜΠ]

• πολίτικα γλυκά   [ΛΚΝ]

• πολίτικα τραγούδια   [ΛΚΝ] 


Weitere Wörter:

Vorher
  • ΠΟΔΗΛΑΤΟ, το...ποδήλατο, το 1. Grundbedeutung: das Fahrrad 2. το θαλάσσιο ποδήλατο ° das Tretboot 3. κάνω σε κάποιον τη ζωή ποδήλατο: τον βασανίζω, τον ταλαιπωρώ [ΛΔΗ] – π.χ.:...
  • ΠΟΔΙ, το...πόδι, το 1. Grundbedeutung: der Fuß; das Bein 2. το βάζω στα πόδια: • το ’βαλε στα πόδια ° [er] rannte weg [GF+DF aus: Ζατέλη: Φως] [bzw.]:...
  • ΠΟΙΚΙΛΟΣ, -η, -ο...ποικίλος, -η ,-ο = vielfältig, mannigfaltig [etc.]:...
  • ΠΟΙΟΣ, -α, -ο...ποιος, -α, -ο 1. Grundbedeutungen: - wer [Fragepronomen] - welcher, -e, -es [Fragepronomen] 2. για ποιον (-α, -ο) ... μιλάς; [als rhetorische Frage]:...
  • ΠΟΛΕΜΙΟΣ, ο...πολέμιος, ο = der Gegner: • Οι οπαδοί και οι πολέμιοί του συμφωνούν τουλάχιστον σε ένα σημείο: [......
  • ΠΟΛΗ, η...πόλη, η 1) die Stadt [allgemein] 2) η Πόλη ° Konstantinopel ...
  • ΠΟΛΙΤΕΙΑ, η...πολιτεία, η 1) der Bundesstaat: • η Πολιτεία [bzw.] η πολιτεία ° der [US-]Bundesstaat / der Staat [der USA] [zB. Kali­for­nien, Texas usw....
  • ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ, το...πολίτευμα, το = ~das Staatswesen – zB.: • [......
  • ΠΟΛΙΤΙΚΑ, τα...πολιτικά, τα 1) das Zivil (= die Zivilkleidung): • Ποιος ήταν ο νέος με τα πολιτικά; ° Wer war der junge Mann [dort] in Zivil? [sc. jener,...
  • ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ, -ή, -ό (Ι) (= πολιτικός, -ή, -ό)...πολιτικός, -ή, -ό [Anm.: πολιτικός, -ή, -ό ist zu unterscheiden von πολίτικος, -η, -ο !] 1. Grundbedeutungen: a) politisch:...
Nachher:
  • ΠΟΛΛΑ...πολλά s. πολλοί, -ές, -ά ...
  • ΠΟΛΛΟΙ, -ές, -ά...πολλοί, -ές, -ά 1. Grundbedeutungen: - [Adjektiv]: viele - [hauptwörtlich]: viele, viel(es) [bzw. (alternative Schreibweise)] Viele, Viel(es) 2....
  • ΠΟΛΛΟΙΣ...πολλοίς εν πολλοίς: s. unter εν ...
  • ΠΟΛΛΟΣΤΟΣ, -ή, -ό...πολλοστός, -ή, -ό για πολλοστή φορά ° zum x-ten Mal [Pons] / zum wiederholten Mal [Ζατέλη: Φως] ...
  • ΠΟΛΥ [Adverb]...πολύ [Adverb] 1. Grundbedeutungen: a) sehr // viel (bzw.: zu viel): • είμαστε πολύ ευτυχισμένοι ° wir sind sehr glücklich • Διαβάζω πολύ, διάβαζα ανέκαθεν πολύ....
  • ΠΟΛΥ+ [als Vorsilbe eines Verbs]...πολυ+ [als Vorsilbe eines Verbs] • Δεν πολυκαταλαβαίνω. Ich verstehe nicht ganz. [was Sie mit dem Gesagten aus­drücken wollen / meinen] [DF+GF aus:...
  • ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ, η...πολυθρόνα, η • Κάθισαν, ο Θανάσης στη μοναδική πολυθρόνα κι ο Σωτήρης σε μια καρέκλα. Sie setzten sich,...
  • ΠΟΛΥΣ, ΠΟΛΛΗ, ΠΟΛΥ [Adjektiv]...πολύς, πολλή, πολύ [Adjektiv] = viel zB.: • Ήπιε δυο φλυτζάνια τσάι με πολλή ζάχαρη. ° Er trank zwei Tassen Tee mit viel Zucker....
  • ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ, η...πολυτέλεια, η έχω την πολυτέλεια (+ Gen.) ° sich etwas erlauben (sich etwas leisten) können [zB.:...