-άτικος, -η, -ο  [bei Zeitbegriffen]


• δευτεριάτικος, -η, -ο  °  montäglicher, -e, -es  / Montags-

• νυχτιάτικα  °  nächtens / nachts / in der Nacht – zB.:

Και να που τώρα, ενώ ήταν ώρα να πάω να κοιμηθώ, με στέλναν έξω, νυχτιάτικα, ...

Weitere Wörter: